.

ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΙΗΓΗΘΕΙΤΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΔΙΟΝΥΣΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΣΤΕ MOZZILA FIREFOX

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Ασύμπτωτοι κόσμοι

Καθόλη την Μεγαλοβδομάδα σκέφτηκα να αποφύγουμε τα στενά δημοτικά θέματα. Αν και κάποια απ' αυτά είναι ιδιαίτερα σοβαρά, μπορούν όμως να περιμένουν - οπότε οψόμεθα μετά τις γιορτές. Για σήμερα, δυο κείμενα που μιλάνε για δύο παράλληλους κόσμους, οι οποίοι ενώ δίνουν την εντύπωση ότι πορεύονται χωριστά, ανεπηρέαστος ο ένας από τον άλλο, στην πραγματικότητα συμπλέκονται. Και τα ίδια τα κείμενα διαφέρουν, ως προς την οπτική και την προσδοκία του συγγραφέα τους. Το ένα είναι από το προσωπικό blog του διευθυντή της Καθημερινής Νίκου Ξυδάκη και το άλλο της Αγγελικής Π. από το Olympia. Απολαύστε τα και τα δύο.

Στην οδό Ακαδημίας, στην είσοδο κτιρίου, βρίσκεται ξαπλωμένος ένας νεαρός άνδρας. Πάνω σε υπνόσακκο, σκεπασμένος με μια κουβέρτα· όπως είναι ανάσκελα, ασχολείται με μια συσκευή, σαν κινητό, πλάι του μια σακούλα τσιπς. Βρίσκομαι στο πεζοδρόμιο, παραδίπλα του, έξω από τον κινηματογράφο που παίζει το φιλμ «Χιόνια στο Κιλιμάντζαρο», γενική είσοδος 6 ευρώ. Κι άλλοι θεατές έχουν βγει στον δρόμο για το τσιγάρο του διαλείμματος· όλοι έχουν δει τον παράδοξο άστεγο στο μαρμάρινο κατώφλι, με το κάτι-σαν-κινητό, αλλά κανείς δεν τον κοιτά ευθέως. Οι λιγοστοί διαβάτες της κυριακάτικης νύχτας, νέοι άνθρωποι κυρίως, προσπερνούν κι αυτοί σαν να μη βλέπουν. Ο άστεγος χίπστερ είναι αόρατος. Στη γωνία της Χ. Τρικούπη οι τακτικοί άνδρες των ΜΑΤ, Νυχτερινή Φρουρά με πλήρη εαρινή εξάρτυση. Η Λυρική έχει σχολάσει από ώρα, είναι σκοτεινή, λιγοστά αυτοκίνητα περνούν.
Κόσμοι ασύμπτωτοι. Ο νεαρός άστεγος, με εμφάνιση και συμπεριφορά χίπστερ· οι ένοπλοι φρουροί, άγρυπνοι ενώπιον της απειλής για διασάλευση της τάξης·οι θεατές μιας ταινίας βαθιάς, συγκινητικής και πολιτικής, για την δυστοπική αμηχανία του Ευρωπαίου ανθρώπου στον 21ο αιώνα. Κανείς δεν δείχνει ότι βλέπει τον άλλο, όλοι πορεύονται σιωπηλοί σε παράλληλες χρονοσήραγγες, σαν να μη μοιράζονται το ίδιο πεπρωμένο. Σαν να κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα περί τον οριζόντιο άξονα της φτώχειας και τον κατακόρυφο της αθυμίας.
Η ταινία, γαλλικής παραγωγής, καταγράφει τον θάνατο της παραδοσιακής εργατικής τάξης και την πτώση του μικροαστικού πλήθους: ο πάμφτωχος ληστεύει τον φτωχό. Η Μασσαλία είναι πολύ κοντά στον Πειραιά, είναι ο Πειραιάς. Η ανησυχία των Γάλλων είναι η τρέχουσα κατάσταση των Ελλήνων, το μέλλον είναι κοινό και είναι θαμπό, σκοτεινό. Οι Ελληνες θεατές έβλεπαν πολύ οικείες καταστάσεις, σκηνές από τις ζωές τους που έχουν διαδραματιστεί ήδη, το σινεμά είναι ένα ντοκιμαντέρ για τις ζωές τις δικές τους, ίδιες με των άλλων.
Αλλά η ζωή είναι πάντα πιο μπροστά από την τέχνη, ακόμη κι από αυτό το σεισμογραφικό σινεμά. Μερικά σκαλοπάτια, ελάχιστα μέτρα απ’ την κινηματογραφική αίθουσα της έμμορφης, ελεγχόμενης συγκίνησης και του στοχασμού, η ζωή αναδύθηκε γυμνή, ασυγκίνητη, ανηλεής, με τη μορφή νέων ανθρώπων, συνομήλικων, που βρίσκονταν ασύμπτωτοι στην σιγαλή οδό Ακαδημίας: διαβάτες, σινεφίλ, φρουροί, κι ένας άστεγος με κάτι-σαν-κινητό για συντροφιά. Όλοι στον ίδιο τόπο, κι όλοι χωριστά.

Δύο κόσμοι. Αντίθετοι. Που όμως συνυπάρχουν. Στην ίδια πόλη. Αντικρίζουν τον ίδιο ήλιο. Από την μια το πολύχρωμο πλήθος των θνητών ανθρώπων. Απέναντι, σε παράταξη μάχης, οι μηχανές, φρουρούν την φωλιά των τεράτων. Έχουν σχήμα ανθρώπινο τα σώματά τους, ντυμένα όμως με μαύρα ρούχα, πλεγμένα με ατσάλι.
Τα πρόσωπα των θνητών είναι γυμνά, να δέχονται την ζεστασιά του ήλιου, τις στάλες της βροχής, και τα δάκρυα που κυλούν από τις κρύπτες των ματιών τους. Τα δάκρυά τους είναι λογιών-λογιών. Κάποιες φορές ρέουν όταν αντικρίζουν το δέντρο του Κυρίου Δημήτρη. Όταν ψηλαφούν τα ίχνη που άφησε το σώμα του, πέφτοντας με εκκωφαντικό θόρυβο. Θόρυβος που ακούστηκε μέχρι την φωλιά των τεράτων. Τα δάκρυα των θνητών, ρέουν και όταν προσπαθούν με ταπεινά λουλούδια να σκεπάσουν την κόκκινη λιμνούλα, που στολίζει από δω και μπρος την πλατεία. Το δέντρο ποτίστηκε και πέταξε με μιας, φύλλα, χάρτινα, λευκά, γεμάτα λόγια θλίψης, οργής και υπόσχεσης.
Από την άλλη μεριά είναι οι μηχανές. Παράξενα ντυμένες, κανείς δεν μπορεί να δει τα πρόσωπά τους. Κανείς δεν ξέρει αν έχουν αυτιά, αν άκουσαν τον ήχο της πιστολιάς, που τώρα τρέχει, τους προσπερνά, και ψάχνει την χαραμάδα για να μπεί μέσα στην φωλιά των τεράτων.
Τα δάκρυα των θνητών ανθρώπων, ρέουν και όταν βλέπουν τους ακόμη ζωντανούς γέροντες, να ψάχνουν την τροφή τους, στα σκουπίδια. Όταν βλέπουν τα παιδιά τους να λιποθυμούν στις αυλές των σχολειών τους.
Μέσα από την μαύρη στολή των μηχανών, φαίνονται δυο μάτια, παγωμένα, κενά, γεμάτα ατσάλι, με στερεμένες τις κρύπτες των ματιών τους. Βλέπουν τους θνητούς, και εφορμούν. Ακόμη μια μέρα με μπόλικα θηράματα. Θηράματα που τους έχει απαγορευτεί να κλαίνε, να γελάνε, να τρώνε, να δουλεύουν, να ερωτεύονται, να τιμούν τους νεκρούς τους, να γεννάνε. Τους ψεκάζουν, τους κτυπάνε, αλλά αυτά τα απείθαρχα θηράματα, οι πεισματάρηδες θνητοί, δεν σπάνε, δεν λυγάνε, μόνο λίγα δάκρυα πάλι κυλάνε από τις κρύπτες των ματιών τους. Αυτή τη φορά είναι από τα χημικά, που ρίχνουν με μανία οι μηχανές, στο γυμνό πρόσωπό τους.
Τα ανόητα τέρατα, μέσα στην φωλιά τους, δεν το’ χουν ακόμη καταλάβει. Τα δάκρυα από τα χημικά, σιγά-σιγά, γίνονται ορμητικό ποτάμι, που σύντομα θα φθάσει μέχρι την φωλιά τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου